articoli Area

articoli->Εγκαταστάσεις - Ρυθμίσεις->ΜΕΛΕΤΗ-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΛΗΨΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ) [ Search ]

ΜΕΛΕΤΗ-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΛΗΨΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ)
zoom
Title ΜΕΛΕΤΗ-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΛΗΨΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ)
Description ΜΕΛΕΤΗ-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΛΗΨΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ)
Συντάκτης Αρθρου Σωτήριος Λάβαρης
Πηγή
Sent by Γ Μοσχίδης

ΜΕΛΕΤΗ-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΛΗΨΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ)

Η εγκατάσταση κεντρικής κεραίας γίνεται με σκοπό να τροφοδοτήσει με το κατάλληλο σήμα, επίγειο ή δορυφορικό, τους αντίστοιχους δέκτες μιας πολυκατοικίας, ενός οικοδομικού τετραγώνου ή ακόμη και ενός οικισμού.

Η χρήση κεντρικής κεραίας επιβάλλεται κυρίως για λόγους αισθητικής (ποιος δεν έχει δει τα «δάση» κεραιών σε παλιές πολυκατοικίες;), καθώς και οικονομίας, καθότι κοστίζουν λιγότερο ανά τελικό χρήστη.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να επισημάνουμε τι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, όταν σχεδιάζουμε και εγκαθιστούμε κεντρική κεραία για λήψη επίγειων και δορυφορικών εκπομπών.

ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΛΗΨΗΣ

Τι περιλαμβάνει

Μια εγκατάσταση κεντρικής επίγειας λήψης περιλαμβάνει, γενικά, τα πιο κάτω στοιχεία:

§ Κεραίες λήψης για τηλεόραση και ραδιόφωνο

§ Ιστό στήριξης των κεραιών

§ Ενισχυτή σήματος

§ Διανεμητή σήματος

§ Καλώδιο 75Ω

§ Πρίζες παροχής σήματος (κεραιοδότες)

Ας δούμε τώρα με ποια κριτήρια επιλέγουμε το κάθε στοιχείο της εγκατάστασης.

Κεραίες λήψης

Τα κριτήρια που λαμβάνουμε υπόψη είναι: η απολαβή της κεραίας (gain), η κατευθυντικότητα της, η απόρριψη οπισθίου λοβού, η καμπύλη απόκρισης (απολαβή σήματος σε σχέση με τη συχνότητα λήψης), η αντίσταση καθώς και η αντοχή της στον αέρα.

Απολαβή της κεραίας είναι εκείνο το στοιχείο που μας δείχνει πόσο περισσότερο σήμα μας αποδίδει η κεραία μας σε σχέση με ένα απλό δίπολο σε ορισμένη συχνότητα και εκφράζεται σε dB.

Κατευθυντικότητα είναι το στοιχείο εκείνο που μας δείχνει, με απλά λόγια, τη γωνία λήψης (λοβός) της κεραίας. Προτιμάμε μια κεραία με υψηλή κατευθυντικότητα (στενός λοβός) όταν οι αναμεταδότες είναι όλοι συγκεντρωμένοι σε ένα σημείο εκπομπής ενώ μια κεραία με πιο ανοιχτό λοβό είναι προτιμότερη για περιπτώσεις όπου οι αναμεταδότες βρίσκονται, για παράδειγμα, σε δυο διαφορετικά σημεία αλλά καλύπτονται με μια κεραία με μεγαλύτερο εύρος λοβού. Οι κατασκευαστές κεραιών οφείλουν να  δίνουν το πολικό διάγραμμα μιας κεραίας, όπου εκεί φαίνεται ο λοβός της.

Η απόρριψη του οπισθίου λοβού μας δείχνει κατά πόσο ασθενέστερο είναι το σήμα που λαμβάνει μία κεραία στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που «στοχεύει» η κεραία. Χρήσιμο στοιχείο για περιπτώσεις όπου τα σημεία εκπομπής βρίσκονται σε εκ διαμέτρου αντίθετη θέση σε σχέση με την κεραία.

Η απολαβή της κεραίας σε σχέση με τη συχνότητα μας δίνει την καμπύλη απόκρισης της κεραίας (στις καλές κεραίες παρέχεται το σχετικό γράφημα από τον κατασκευαστή). Για παράδειγμα, μία κεραία UHF μπορεί να έχει απολαβή 18dB στο κανάλι 65 αλλά μόλις 12dB στο κανάλι 22. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό της εγκατάστασης.

Η αντίσταση και η αντοχή της κεραίας σε ισχυρό άνεμο θα πρέπει επίσης να υπολογίζεται, ειδικά σε μέρη, όπου επικρατούν ισχυροί άνεμοι.

Ο ιστός στήριξης της κεραίας θα πρέπει να αντέχει στις πιέσεις που δέχεται το όλο σύστημα (σύνολο κεραιών και ιστού) από τον άνεμο, ενώ η στήριξη του θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποκλείονται επικίνδυνες ταλαντώσεις του. Για μέγιστη ασφάλεια χρησιμοποιούνται αντηρίδες συρματόσχοινου (τουλάχιστον τρεις). Εννοείται ότι οι κεραίες, ο ιστός και τα παρελκόμενα στοιχεία θα πρέπει να είναι κατασκευασμένα από υλικά ανθεκτικά στη διάβρωση, σύμφωνα με το Πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 50174-3. Θα πρέπει, επίσης, να υπάρχει αγωγός γειώσεως στο σημείο όπου θα τοποθετηθεί ο ιστός, ώστε να γειώνεται.

Ο ενισχυτής σήματος δέχεται τα σήματα που λαμβάνουν οι κεραίες και τα ενισχύει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καλύπτονται οι απώλειες του δικτύου διανομής και το σήμα που καταλήγει στους κεραιοδότες (πρίζες) να είναι επαρκές. Η προσεκτική σχεδίαση του δικτύου διανομής σήματος σε μία κεντρική εγκατάσταση μας εξασφαλίζει ότι:

§ Θα έχουμε ίση ή με ελάχιστες αποκλίσεις στάθμη σήματος σε όλους τους κεραιοδότες

§ Οι απώλειες που θα έχει το δίκτυο θα είναι κατά το δυνατόν μικρότερες

§ Ελαχιστοποιούμε τις απαιτήσεις σε τελική στάθμη εξόδου του ενισχυτή άρα απαιτείται μικρότερος (σε ισχύ) ενισχυτής

Ένα ακόμη κριτήριο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο εγκαταστάτης σε μια κεντρική εγκατάσταση, όσον αφορά στην επιλογή του ενισχυτή, είναι η διαφορετική στάθμη σήματος που αποδίδουν οι κεραίες λήψεως. Οι αιτίες γιΆ αυτό μπορεί να είναι πολλές: πομποί με διαφορετική ισχύ εκπομπής, διαφορετικά διαγράμματα στα συστήματα ακτινοβολίας, πομποί σε διαφορετική απόσταση ή κατεύθυνση από το σημείο λήψης, κλπ.

Το αποτέλεσμα είναι η λήψη από την κεραία να μην έχει την ίδια στάθμη σε όλα τα κανάλια, όπως θα έπρεπε (και όπως συμβαίνει στο σύνολο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών), αλλά αντίθετα να έχει μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές, οι οποίες φτάνουν ακόμα και στα 20 dB από το ισχυρότερο στο χαμηλότερο κανάλι.

Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας και ισχύει στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα στους τεχνικούς που ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο, μερικοί από τους οποίους κάνουν και σοβαρά λάθη στην επιλογή των χαρακτηριστικών του ενισχυτή που θα χρησιμοποιήσουν.

Για το λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητη, πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, η μέτρηση του σήματος, ώστε ο εγκαταστάτης να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν, συνυπολογίζοντας και τις υπόλοιπες παραμέτρους, να εκπονήσει μια πλήρη μελέτη για την εγκατάσταση που πρόκειται να υλοποιήσει.

Δυστυχώς, πολλές φορές, ο εγκαταστάτης καλείται να υλοποιήσει μια κεντρική εγκατάσταση, όταν, πλέον, η οικοδομή βρίσκεται στο τελικό της στάδιο ή έχει αρχίσει ήδη να κατοικείται. Όμως, σε τέτοιο στάδιο, όπου έχουν ήδη τοποθετηθεί καλώδια και πρίζες, δεν είναι δυνατόν να διορθωθούν τυχόν λάθη ή παραλείψεις. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να γίνεται μελέτη πριν την εγκατάσταση πριζών και καλωδίων (ο γράφων, την τελευταία 12ετια, μόλις μια φορά είχε την ευχέρεια να εκπονήσει μελέτη για κεντρική εγκατάσταση, πριν εγκατασταθούν καλώδια και πρίζες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι επρόκειτο για μια πολυκατοικία 5 οροφοδιαμερισμάτων με 19 πρίζες, όπου τελικά τροφοδοτήθηκαν όλες επαρκώς χωρίς ενισχυτή!).

Μεγάλη σημασία έχει επίσης και η επιλογή των πριζών. Η επιλογή, απλώς, μιας καλής μάρκας για τις πρίζες, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε υλικού, οδηγεί συνήθως σε αποτυχία. Οι κατασκευαστές διακοπτικού υλικού παρέχουν στον εγκαταστάτη τα τεχνικά χαρακτηριστικά των πριζών τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.

Εάν, για παράδειγμα, κάποιος κατασκευαστής διακοπτικού υλικού περιορίζει τον αριθμό των πριζών ανά κλάδο (π.χ. μέχρι 3 τεμάχια), τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτός ο περιορισμός κατά τη μελέτη της εγκατάστασης.

Εάν από πριν γνωρίζουμε τον τύπο των πριζών που θα χρησιμοποιηθεί τελικά (π.χ. στην περίπτωση που έχει προηγηθεί συνεννόηση με τον τελικό χρήστη), τότε δεν έχουμε κανένα πρόβλημα και σχεδιάζουμε την εγκατάστασή μας με βάση γνωστές προδιαγραφές.

Εάν, όμως, δεν γνωρίζουμε ποιες πρίζες τελικά θα χρησιμοποιήσουμε, καλό θα είναι να σχεδιάσουμε την εγκατάσταση μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να δεχθεί πρίζες οποιουδήποτε κατασκευαστή (π.χ. διάταξη «αστέρα»).

Στη χώρα μας, ενώ είναι συνηθισμένο το φαινόμενο 5 ή 6 πριζών εν σειρά στην

εγκατάσταση (προσωπικά έχω συναντήσει περίπτωση 11 πριζών σε σειρά σε παλαιά οικοδομή), πολλές φορές οι προδιαγραφές του κατασκευαστή των πριζών που τελικά χρησιμοποιούνται δεν υποστηρίζουν τέτοια συνδεσμολογία.

Χαρακτηριστικό είναι ότι συχνά οι εγκαταστάτες οι οποίοι καλούνται, εφΆ όσον έχουν ήδη τοποθετηθεί τέτοιες πρίζες, για να ολοκληρώσουν μια εγκατάσταση, αναγκάζονται ν' αντικαταστήσουν τις πρίζες, διότι δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εγκατάστασης και των τεχνικών κανονισμών. ΠαρΆ όλΆ αυτά, συνδεσμολογίες με 5 ή 6 πρίζες στον ίδιο κλάδο προτιμώνται λόγω χαμηλότερου κόστους (λιγότερο καλώδιο). Ακόμη και έτσι, όμως, υπάρχει λύση (αναφερόμαστε πάντα για λήψη επίγειου σήματος).

Ακολουθεί ένα παράδειγμα για το πώς μπορούμε, χρησιμοποιώντας τις σωστές πρίζες, να εξισορροπήσουμε τη στάθμη του σήματος σε μία στήλη με 6 πρίζες σε σειρά. Αριστερά απεικονίζεται μία στήλη με πρίζες της μάρκας «Χ» και δεξιά μία στήλη με πρίζες της μάρκας «Ψ».

Στην αριστερή στήλη (μάρκα «Χ»), έχουμε δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε μόνο έναν τύπο πρίζας διελεύσεως, με απώλεια διέλευσης (απώλεια που έχει το σήμα στην έξοδο της πρίζας προς την επόμενη) 1,5 dB, και απώλεια απομάστευσης (η απώλεια σήματος στην έξοδο της πρίζας προς τον δέκτη) 14dB (για συντομία 1,5/14). Η τερματική πρίζα έχει απώλεια απομάστευσης 10dB.

Στη δεξιά στήλη, η χρήση πριζών μάρκας «Ψ», μας επιτρέπει να επιλέξουμε πρίζες με διαφορετικές τιμές απώλειας διέλευσης/απομάστευσης (δ/α) σε κάθε θέση. Έτσι έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε ανάμεσα σε πρίζες με τιμές δ/α 1/18, 1/13, 2/10, 2/8, 4/4.

Με δεδομένο ότι έχουμε στάθμη σήματος στην αρχή της στήλης 95dB/μV (σχήμα 1) και απώλεια καλωδίου 1,5dB από πρίζα σε πρίζα, ας δούμε τι αποτελέσματα θα έχουμε και στις δύο περιπτώσεις.

sxima1_456

Σχήμα 1

 

sxima2_457
Σχήμα 2

 

 

Παρατηρούμε τη διαφορά που υπάρχει στη στάθμη του σήματος προς το δέκτη, μεταξύ της πρίζας με την υψηλότερη και της πρίζας με τη χαμηλότερη στάθμη σήματος. Στην αριστερή στήλη η διαφορά είναι 12dB ενώ στη δεξιά στήλη είναι μόλις 3,5dB.

Ίσως αναρωτηθεί κανείς πού είναι το πρόβλημα εφΆ όσον, παρΆ όλη τη διαφορά στη στάθμη, αυτή βρίσκεται εντός ορίων για σωστή λήψη (60-80dB/μV). Το πρόβλημα εμφανίζεται από τη στιγμή που, όπως είδαμε πιο πάνω, δεν έχουμε ίση στάθμη σήματος για όλους τους σταθμούς που λαμβάνουμε. Αν θεωρήσουμε, για παράδειγμα, ότι έχουμε μέγιστη στάθμη ενός καναλιού τα 95dB/μV και ελάχιστη στάθμη σε άλλο κανάλι 80dB/μV (πράγμα καθόλου σπάνιο), θα δούμε ότι στη δεύτερη περίπτωση (σχήμα 2) οι 3 τελευταίες πρίζες της μάρκας «Χ» παρέχουν σήμα στο δέκτη κάτω από το όριο, ενώ η τέταρτη από το τέλος παρέχει σήμα οριακής, για σωστή λήψη, στάθμης για το συγκεκριμένο, χαμηλής στάθμης, κανάλι.

Από τα παραπάνω βγαίνει ακόμη ένα, επίσης, πολύ χρήσιμο συμπέρασμα: ότι, ενώ στην αριστερή στήλη έχουμε μέγιστη απώλεια προς τον δέκτη 26dB (προτελευταία πρίζα), στη δεξιά στήλη αντίστοιχα η απώλεια αυτή είναι 19dB. Εύκολα καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς ότι στην περίπτωση της δεξιάς στήλης απαιτείται μικρότερος, σε τελική στάθμη εξόδου και βαθμό ενίσχυσης (gain), ενισχυτής ή και καθόλου ενισχυτής!

Παρατηρούμε μάλιστα (σχήμα 1), ότι, αν επιχειρήσουμε να δώσουμε παραπάνω σήμα από τον ενισχυτή μας, κινδυνεύουμε να ξεπεράσουμε και το άνω όριο στάθμης σήματος. Ακόμη, αυξάνοντας τη στάθμη εξόδου, μπορεί να οδηγήσουμε τον ενισχυτή μας σε ενδοδιαμόρφωση με καταστροφικά αποτελέσματα στην εικόνα που λαμβάνουμε στους δέκτες μας (γραμμές, παραμορφώσεις και «ψαροκόκαλα» στην εικόνα, εικόνα άλλου καναλιού να «περνάει» πίσω από το κανάλι που παρακολουθούμε κ.α.).

Αντίθετα, στα δεξιά, όπου χρησιμοποιούμε καταλληλότερες πρίζες και η γραμμή είναι πολύ πιο ισορροπημένη, δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα ούτε με υψηλή αλλά ούτε και με χαμηλή στάθμη σήματος.

Κατά την επιλογή των πριζών θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και άλλους παράγοντες, εκτός από τον λόγο δ/α, όπως την απομόνωση που παρέχει η πρίζα μεταξύ των εξόδων της (TV/Radio/Sat), την απομόνωση μεταξύ εξόδου διέλευσης / εξόδου απομάστευσης, τη θωράκιση κ.α.

Καλώδιο

Αφήσαμε για το τέλος τα κριτήρια επιλογής του καλωδίου. Για να κατανοήσουμε τον  κρίσιμο  ρόλο ενός καλωδίου σε μια κεντρική εγκατάσταση, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι μια τηλεόραση, όσο ακριβή και αν είναι, αποτελεί «εξάρτημα» του καλωδίου. Τα ζωντανά χρώματα, η κρυστάλλινη εικόνα, ο καθαρός ήχος, που είναι τα ζητούμενα από μια καλή τηλεόραση, εξαρτώνται κατά πολύ μεγάλο βαθμό από την ποιότητα του καλωδίου. Η τηλεόρασή μας θα λειτουργήσει τόσο καλά όσο θα της «επιτρέψει» το καλώδιο μεταφοράς του σήματος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, όπου μια κεντρική εγκατάσταση παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα, αυτό εντοπίζεται συνήθως στη λειτουργία του καλωδίου και των πριζών.

Πρέπει, λοιπόν, τα καλώδια να επιλέγονται προσεκτικά και, φυσικά, ανάλογα με την έκταση του δικτύου που θέλουμε να κατασκευάσουμε, π.χ., αν έχει πολλές διανομές, σε πολλά επίπεδα, σε μεγάλο μήκος, αν είναι κοινό δίκτυο RF / SAT κ.λ.π.

Ας δούμε τα βασικά κριτήρια επιλογής των καλωδίων

Απώλειες
Οι απώλειες μετριούνται σε dB/100m στη μέγιστη συχνότητα που μπορεί να περάσει από δίκτυα RF. Είναι λογικό ότι πρέπει να προτιμούνται καλώδια με τις μικρότερες δυνατές απώλειες.

Απώλειες επιστροφής (Structural Return Loss, SRL)
Οι απώλειες επιστροφής (SRL) είναι ένας δείκτης της ποιότητας κατασκευής του καλωδίου. Σε κάθε καλώδιο οι μικρές ατέλειες της κατασκευής προκαλούν μικρές ανακλάσεις του σήματος που αυτό μεταφέρει. Οι ανακλάσεις αυτές αθροίζονται ανυσματικά κατά μήκος του καλωδίου δημιουργώντας ένα σήμα που επιστρέφει. Η διαφορά του σήματος που επιστρέφει από το αρχικό, εκφρασμένη σε dB αποτελεί το SRL. Δηλαδή SRL 40 dB σημαίνει ότι το σήμα που επιστρέφει θα είναι κατά 40 dB πιο εξασθενημένο από το αρχικό.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόλυτη τιμή σε dB, τόσο ασθενέστερες είναι οι ανακλάσεις, άρα, τόσο πιο άρτιο κατασκευαστικά είναι το καλώδιο.

Στην αναλογική επίγεια τηλεόραση, ένα καλώδιο με κακό SRL προκαλεί «είδωλα» στην εικόνα της τηλεόρασης. Στην περίπτωση των ψηφιακών σημάτων ένα καλώδιο με κακό SRL μπορεί να προκαλέσει «παγώματα» στην εικόνα ή ακόμη και να την εξαφανίσει τελείως.

Μια ειδική περίπτωση κακού SRL είναι η περιοδικότητα. Σε αυτήν υπάρχει μια κατασκευαστική ατέλεια που επαναλαμβάνεται σε ίσα διαστήματα. Το αποτέλεσμα είναι το καλώδιο να εμφανίζει επιλεκτικά μεγάλες απώλειες, «εξαφανίζοντας» τα σήματα που μεταφέρονται σε συγκεκριμένες συχνότητες μόνο.

Μερικές φορές οι κακές τιμές SRL μπορεί να μην είναι αποτέλεσμα κακής κατασκευής αλλά να προκύψουν από κακή εγκατάσταση. Για να μη συμβεί αυτό θα πρέπει, κατά την εγκατάσταση, να λαμβάνεται μέριμνα, ώστε να μη γίνεται υπέρβαση της ελάχιστης ακτίνας κάμψης που προτείνει ο κατασκευαστής και να μην ασκούνται υπερβολικές εφελκυστικές δυνάμεις (απότομα τραβήγματα). Για το πέρασμα μέσα από σωλήνες μια καλή πρακτική είναι η χρήση λιπαντικού. Κατά την εγκατάσταση ομοαξονικού καλωδίου με στερεωτικά καρφιά (ρόκα), οι αποστάσεις μεταξύ των καρφιών να μην είναι σε καμιά περίπτωση ίσες μεταξύ τους, αλλά τυχαίες.


Μηχανική αντοχή
Η παράμετρος αυτή αφορά στη μηχανική αντοχή του καλωδίου. Ένα κακό καλώδιο κατά την έλξη του (ανάλογα με τη δυσκολία έλξης, π.χ., αν υπάρχει εμπόδιο στις σωληνώσεις, γωνίες κ.λ.π.) είναι δυνατό να παραμορφωθεί, δηλαδή να μεταβληθεί το μήκος του. Στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται οι παραπάνω περιγραφόμενες απώλειες επιστροφής.
Σημαντικό είναι ακόμη το καλώδιο να μην κάμπτεται σε ορθή γωνία κατά την τοποθέτηση του, αλλά να τοποθετείται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή ως προς την επιτρεπόμενη ακτίνα κάμψης.

Γήρανση
Η παράμετρος αυτή αναφέρεται στο πόσο γρήγορα ένα καλώδιο φθείρεται στο χρόνο. Οι περισσότεροι από εμάς θα έχουν παρατηρήσει τις μεταβολές αυτές, ιδιαίτερα όταν τα καλώδια βρίσκονται σε υγρό περιβάλλον.

Σε κάθε κεντρική εγκατάσταση υπάρχει ένα κομμάτι καλωδίου που συνδέει την κεραία που βρίσκεται στην ταράτσα με τον κεντρικό ενισχυτή που βρίσκεται μέσα στο κτίριο. Αυτό το τμήμα του καλωδίου συνήθως είναι εκτεθειμένο στον ήλιο και στην υγρασία.
Από την ποιότητα του εξωτερικού περιβλήματος εξαρτάται πόσο θα αντέξει το καλώδιο σε έντονα και ακραία καιρικά φαινόμενα, σε εκτεταμένες βροχοπτώσεις, σε συνεχή υγρασία, σε απότομες μεταβολές θερμοκρασίας κλπ. Έχουν αναφερθεί ακόμη και περιπτώσεις, όπου το καλώδιο της κεραίας καταστρέφεται από τσιμπήματα πουλιών!

Θωράκιση

Κάθε καλώδιο που μεταφέρει σήμα, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως κεραία λήψης, λαμβάνοντας εξωτερικά ηλεκτρομαγνητικά σήματα τα οποία προσθέτει στο σήμα που μεταφέρει. Παράλληλα λειτουργεί και ως κεραία εκπομπής, εκπέμποντας στο γύρω χώρο ένα τμήμα του σήματος που μεταφέρει.

Η Θωράκιση προσδιορίζει την αντίσταση του ομοαξονικού καλωδίου στις εξωτερικές ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές. Στις συχνότητες 5-30 ΜHz, μέτρο της θωράκισης είναι η σύνθετη αντίσταση μεταφοράς (transfer impedance, Zt) σε mOhm/m. Όσο μικρότερη η τιμή Zt σε mOhm/m, τόσο καλύτερα θωρακισμένο είναι το καλώδιο. Στις συχνότητες 30-3000 ΜHz, εκφράζεται ως εξασθένηση της θωράκισης (screening attenuation, As) σε dB. Όσο μεγαλύτερη η τιμή της As σε dB, τόσο περισσότερο καταφέρνει το καλώδιο να εξασθενήσει τις παρεμβολές, άρα «προστατεύει» καλύτερα το σήμα που μεταφέρει. Επίσης όσο καλύτερη η θωράκιση, τόσο λιγότερο ποσοστό του σήματος που μεταφέρει το καλώδιο εκπέμπεται στο περιβάλλον.

Η θωράκιση είναι μια ιδιότητα που δεν εξαρτάται από το μήκος του καλωδίου. Ακόμη και λίγα εκατοστά μη καλά θωρακισμένου καλωδίου μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα, εφΆ όσον υπάρχουν ισχυρές παρεμβολές. Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε την περίπτωση αυτή με μια καλά μονωμένη ταράτσα, που όμως έχει μια μικρή τρύπα. Η υγρασία θα περάσει από την τρύπα αυτή, παρόλο που όλη η υπόλοιπη επιφάνεια είναι μονωμένη.

Η υψηλή επικάλυψη πλέγματος δεν είναι ικανή συνθήκη για υψηλή θωράκιση. Υπάρχουν πολλές κατασκευαστικές παράμετροι, η κάθε μια από τις οποίες συνεισφέρει στο τελικό αποτέλεσμα της θωράκισης, και η υψηλή επικάλυψη είναι μία μόνο από αυτές. Ενδεικτικά αναφέρουμε την εκκεντρότητα του κεντρικού αγωγού, το υλικό, την κατασκευή και το πάχος της ταινίας, το υλικό και τη διάμετρο των συρμάτων του πλέγματος, τη γωνία πλέξης κ.ο.κ. Σύμφωνα λοιπόν με τις προδιαγραφές θα πρέπει να γνωρίζουμε την τιμή της θωράκισης, όπως αυτή προκύπτει από μετρήσεις του κατασκευαστή.

Ο πιο συνηθισμένος συνδυασμός (ηλεκτρομαγνητικής) θωράκισης είναι πλέγματος και ταινίας εξωτερικού αγωγού. Υπάρχουν ταινίες αλουμινίου ή χαλκού, μονές ή διπλές, με διαφορετικά πάχη. Οι ταινίες αλουμινίου συνδυάζονται με πλέγμα από σύρματα επικασσιτερωμένα ή επαργυρωμένα ενώ οι ταινίες χαλκού με σύρματα χάλκινα. Η χρήση ταινιών αλουμινίου με σύρματα από απλό χαλκό καλό θα είναι να αποφεύγεται, διότι με την ελάχιστη παρουσία υγρασίας προκαλείται γαλβανική διάβρωση λόγω επαφής διαφορετικών μετάλλων, η ταινία καταστρέφεται και οι απώλειες του καλωδίου αυξάνουν δραστικά.

Στις μέρες μας η θωράκιση των καλωδίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι:

• Υπάρχουν πολύ περισσότερα ηλεκτρομαγνητικά σήματα στην ατμόσφαιρα από το παρελθόν και, άρα, περισσότερες εν δυνάμει πηγές παρεμβολών.

• Όταν το καλώδιο μεταφέρει ψηφιακά σήματα (π.χ. δορυφορική ή επίγεια ψηφιακή λήψη), τυχόν παρεμβολές μπορεί να οδηγήσουν σε «πάγωμα» της εικόνας. Τα καλώδια με υψηλή θωράκιση, αποτελούν την βέλτιστη επιλογή για τη μεταφορά ψηφιακών σημάτων.

Η  ευρωπαϊκή  επιτροπή  για  την  ηλεκτροτεχνική τυποποίηση (CENELEC),  αναγνωρίζοντας τη σημασία της θωράκισης, στην πρόσφατη έκδοση των προτύπων ταξινομεί όλα τα ομοαξονικά καλώδια σε κατηγορίες, με βάση τη θωράκισή τους (Β, Α, Α+, Α++).

 

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι: Η εκ των υστέρων παρέμβαση για βελτίωση ενός δικτύου που είναι κατασκευασμένο με κακής ποιότητας καλώδια είναι εξαιρετικά δυσχερής και δαπανηρή.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗΣ ΛΗΨΗΣ

Τι περιλαμβάνει

Μια εγκατάσταση κεντρικής δορυφορικής λήψης περιλαμβάνει, γενικά, τα πιο κάτω στοιχεία:

§ Κάτοπτρο και LNB

§ Πολυδιακόπτη

§ Καλώδιο 75Ω

§ Πρίζες

Το κάτοπτρο συλλέγει το σήμα που εκπέμπεται από το δορυφόρο και το εστιάζει στο σημείο, όπου τοποθετείται το LNB. To LNB υποβιβάζει τη συχνότητα του σήματος από την περιοχή των 10700 – 12750 ΜΗΖ, σε συχνότητες της περιοχής 950 – 2150 ΜΗΖ και ενισχύει τη στάθμη του.

Ο πολυδιακόπτης αναλαμβάνει να διαμοιράσει το σήμα που παίρνει από το LNB προς τις πρίζες. Σε κάθε έξοδο του πολυδιακόπτη συνδέεται μόνο ένας δορυφορικός δέκτης και γιΆ αυτό φροντίζουμε, ώστε η κάθε έξοδος να καταλήγει σε μια μόνο τερματική πρίζα. Βεβαίως, μπορούμε να συνδέσουμε στην κάθε έξοδο του πολυδιακόπτη 2 ή και 3 πρίζες, αλλά μόνο έναν δέκτη μπορούμε να συνδέσουμε ανά έξοδο. Εξαίρεση αποτελεί το σύστημα Unicable, με το οποίο μπορούμε να τροφοδοτήσουμε μέχρι και 8 δέκτες ανά έξοδο. Αυτό, όμως, προϋποθέτει τη χρήση ειδικού πολυδιακόπτη και δορυφορικών δεκτών και θα πρέπει νΆ αποφεύγεται η σχεδίαση καινούργιας κεντρικής εγκατάστασης με βάση το σύστημα Unicable.

Υπάρχουν πολλοί τύποι πολυδιακόπτη σε διάφορους συνδυασμούς εισόδων/εξόδων καθώς και συνδυασμοί πολυδιακοπτών για ειδικές περιπτώσεις. Έτσι, μπορούμε να έχουμε λήψη από 1 έως 8 δορυφόρους και από ελάχιστους μέχρι πολλές δεκάδες χρήστες.

Κατά την επιλογή του πολυδιακόπτη θα πρέπει να συνυπολογίζεται και η δυνατότητα επέκτασής του στο μέλλον και ως προς τον αριθμό των χρηστών και ως προς τον αριθμό των δορυφόρων προς λήψη.

Την ιδιαίτερη σημασία που έχει η σωστή επιλογή καλωδίου την αναλύσαμε πιο πάνω. Ειδικά για τη δορυφορική λήψη, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο αυστηρά, επειδή οι συχνότητες εδώ είναι κατά πολύ υψηλότερες και, κατά συνέπεια, και οι απώλειες.

Σχετικά με την καλωδίωση, καλό θα ήταν να υπάρχει ανά διαμέρισμα ξεχωριστό δίκτυο επίγειας και δορυφορικής τηλεόρασης. Η συνηθέστερη πρακτική, πάντως, που γενικά αποδίδει καλά σε πολυκατοικίες, είναι να καταλήγει στο σαλόνι κάθε διαμερίσματος μια γραμμή αποκλειστικά για δορυφορική λήψη και το επίγειο σήμα να φτάνει πρώτα στο σαλόνι και μετά στα υπόλοιπα δωμάτια, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τους περιορισμούς σχετικά με τη διανομή του επίγειου σήματος που αναφέραμε πιο πάνω.

Για μεγαλύτερες οικίες συνηθίζεται να συγκεντρώνονται τα σήματα τόσο της επίγειας όσο και της δορυφορικής λήψης σε ένα σημείο (συνήθως στο υπόγειο ή τη σοφίτα) και από εκεί να μοιράζεται ακτινωτά σε κάθε δωμάτιο. Επίσης αυτό διευκολύνει και τις περιπτώσεις που εφαρμόζουμε μια εγκατάσταση Έξυπνου Σπιτιού και περιλαμβάνει κεντρική διανομή εικόνας και ήχου.

IPTV

Οι τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τη μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω Διαδικτύου (IPTV – Triple Play) θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπΆ όψη κατά τη σχεδίαση της εγκατάστασης. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να προβλέπεται να υπάρχει, παράλληλα με το δίκτυο RF, τοπικό δίκτυο φωνής και δεδομένων (LAN). Μάλιστα, δεν αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι, στο πολύ κοντινό μέλλον, η ύπαρξη δικτύου LAN, παράλληλα με αυτό της επίγειας και δορυφορικής λήψης, θα είναι εξίσου (αν όχι περισσότερο) απαραίτητη.

Τέλος, κατά την ολοκλήρωση του έργου θα πρέπει να γίνονται μετρήσεις σε κάθε πρίζα και η εγκατάσταση να τεκμηριώνεται. Αντίγραφα της τεκμηρίωσης θα πρέπει να λαμβάνουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ενώ ο εγκαταστάτης θα πρέπει να διατηρεί σχετικό αρχείο.

Συμπεράσματα

Όλα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα δείχνουν το πόσο σημαντική είναι η μελέτη πριν την υλοποίηση μιας κεντρικής εγκατάστασης. Τα συμπεράσματα, στα οποία καταλήγουμε, είναι τα εξής:

§ Ο εγκαταστάτης, σε συνεργασία με τον χρήστη, θα πρέπει να προκαθορίσουν τις απαιτήσεις της εγκατάστασης με κάθε λεπτομέρεια, πριν από το ξεκίνημα του έργου.

§ Σε περίπτωση που ο τελικός χρήστης μιας κατοικίας επιθυμεί να τοποθετηθούν πρίζες συγκεκριμένου κατασκευαστή, τότε ο εγκαταστάτης θα πρέπει να λάβει υπΆ όψη του κατά τη μελέτη τα τεχνικά χαρακτηριστικά των υλικών αυτών.

§ Το καλώδιο είναι, ίσως, το μόνο στοιχείο που εξαιρετικά δύσκολα και με μεγάλο συνήθως κόστος μπορεί νΆ αντικατασταθεί σε μια εγκατάσταση. Γι αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται υπΆ όψη, όχι μόνο οι σημερινές ανάγκες, αλλά και οι μελλοντικές εξελίξεις. Η επιλογή ενός καλωδίου με άριστα κατασκευαστικά και ηλεκτρικά χαρακτηριστικά, μας εξασφαλίζει σωστή λειτουργία του συστήματος και μας γλιτώνει από μελλοντικά έξοδα και κοπιαστικές μετατροπές.

§ Η επιλογή ποιοτικών υλικών καθώς και η αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους κατά τη μελέτη της εγκατάστασης είναι η βάση για επιτυχή υλοποίηση του έργου.

§ Εκείνος, ο οποίος θΆ αναλάβει να εκπονήσει τη μελέτη μιας κεντρικής εγκατάστασης, και εκείνος που θα την υλοποιήσει τελικά θα πρέπει να είναι –ιδανικά- το ίδιο πρόσωπο. Έτσι εξαλείφουμε την πιθανότητα, σε περίπτωση κάποιου λάθους, να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ των δυο προσώπων σχετικά με το ποιος έχει την ευθύνη.

§ Σε κάθε έργο θα πρέπει να προηγείται μελέτη για την κεντρική εγκατάσταση επίγειας και δορυφορικής λήψης καθώς και IPTV. Ενώ για όλες τις άλλες εγκαταστάσεις του οικήματος  (ηλεκτρικά ισχυρών, υδραυλικά, φυσικό αέριο, δίκτυα υπολογιστών, συναγερμός κλπ) οι μελέτες προηγούνται του έργου, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο ο εγκαταστάτης να καλείται να δώσει λύση σε σχεδόν έτοιμη κατοικία, όπου δεν έχουν ληφθεί υπΆ όψη οι παράγοντες που αναλύθηκαν μέχρι τώρα.

§ Ένα δίκτυο LAN, το οποίο θα συνυπάρχει με το δίκτυο επίγειας και δορυφορικής λήψης, θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο, είτε άμεσα είτε στο εγγύς μέλλον για τον χρήστη. Ας μην ξεχνάμε ότι, μόλις λίγα χρόνια πριν, δεν υπήρχε ούτε ως ιδέα η κεντρική εγκατάσταση δορυφορικής λήψης.

§ Κατά την ολοκλήρωση του έργου θα πρέπει να γίνονται μετρήσεις σε κάθε πρίζα και η εγκατάσταση να τεκμηριώνεται.

Σωτήριος Λάβαρης

Ραδιοτεχνίτης

Τηλ: 2130334476

info@el-texniki.gr

www.el-texniki.gr

Votes Votes: 4 - Average: 5

Add a Comment Rate
Comments

Stat
There are 15 articoli in the Database
Most Viewed: Οδηγός εγκατάστασης κινητού πιάτου με μοτέρ DiSEqC
Most Rated: Οδηγός εγκατάστασης κινητού πιάτου με μοτέρ DiSEqC

Total users browsing articoli Area: 31 (0 Registered Members 31 Guests and 0 Anonymous Members)
Visible members are:


 
 

MKPortal C1.2.2 ©2003-2008 mkportal.it
Page generated in 0.06776 seconds with 20 queries
MKCorporate 1 template by visiblesoul
free counters